Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Αποσυμβολοποίηση: Καθημερινοί ετερόλογοι.


Ε! Κόσμε. Κοιτάξτε με. Με λένε Χριστίνα. Ε, ε, ε! Ακούστε με. Είμαι καλός άνθρωπος, είμαι ο καλύτερος άνθρωπος που έχετε γνωρίσει. Το χαμόγελο μου φτάνει ως τα δικά σας αυτιά. Είμαι 22 χρονών. Είναι υπέροχο να ξυπνάς, και να είσαι τόσο νέα. Σπουδάζω εδώ, στο παιδαγωγικό τμήμα. Μ'αρέσει πολύ να λέω παραμύθια. Λέω πως αγαπώ και τα παιδάκια. Όμως, η αλήθεια είναι, πως απλώς μ'αρέσει να λέω παραμύθια. Απλώς, να, τα παιδιά, είναι πιο υπάκουα, όταν ξέρει κανείς να τα χειρίζεται. Τέλος πάντων, τέλος πάντων. Μιλάω πολύ, το ξέρω. Αυτό το έχω πάρει από τη μητέρα μου! Θυμάμαι κάθε πρωί, όταν ήμουν μικρή, που ξυπνούσα πάντοτε με φωνές στο σπίτι στο χωριό. Ήταν πάντοτε η φωνή της μάνας μου η πιο δυνατή, και στη συνέχεια οι υπόλοιπες. (καμιά φορά να μην ακούγονται καν.) Θυμάμαι μάλιστα, πως ποτέ της δεν φώναζε κακοπροαίρετα, ούτε ήθελε απαραίτητα να ξεχωρίσει, απλώς πίστευε πως η ένταση της φωνής είναι σαν ταυτόσημο του πάθους και της αγάπης. Νομίζω όλες οι μανάδες, λίγο πολύ, έτσι σκέφτονται. Ξέρετε, είμασταν πολύ κοντά εκείνα τα χρόνια. Και όσα λένε για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας, είναι ψέμματα! Τουλάχιστον, στη δική μας σχέση, υπήρχε πάντοτε ισορροπία. Εντάξει, είμασταν και διαφορετικές , δε λέω. Όμως με καταλαβαίνε, και γω την καταλάβαινα. Θυμάμαι πως κανένας άλλος άνθρωπος δε με καταλάβαινε.
Φίλους, δεν είχα. Ο πατέρας μου; (γελάει) Τι να πρωτοπω γι αυτό το γαιδούρι! Υπήρχε, ναι. Και αυτός με αγαπούσε. Αλλά αγαπούσε παραπάνω ίσως το μικρό μου το αδερφάκι. Ήταν από άλλη οικογένεια και δε μπορούσε να μοιράζει τον χρόνο του και τόσο πολύ. Τον καταλάβαινα. Δεν του κράτησα κακία. Ποτέ μου. Ε και όσο να ναι, ανέπτυξα πιο ισχυρή σχέση με την μητέρα μου. Το ξέρω πως στην όψη , είμασταν διαφορετικές, μα στις σκέψεις, είμασταν ολόιδιες!
(μερική παύση)

Μετά, μεγάλωσα. Βιαζόμουν να μεγαλώσω. Και εν τέλει, τα κατάφερα. Έδωσα και αυτές τις βρωμο πανελλήνιες, και είχα περάσει στο πανεπιστήμιο. Η μητέρα μου, προσπαθούσε να δείχνει την χαρά της, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πολύ λυπημένη που θα έφευγα από το χωριό. Μεσολλόγι , Ρέθυμνο, ήταν μια απόσταση. Αγεφύρωτη ίσως στα δικά της τα μάτια. Θα έμενε μόνη της. Ένοιωθα πολλές ενοχές. Όμως έπρεπε να φύγω.

Σιγά-σιγά, η κατάσταση χειροτέρευε. Με το που πάτησα το πόδι μου στο Ρέθυμνο, σα να μην ήθελα να την ξανα δω. Με είχε κουράσει. Ήθελα να δω νέα πράγματα, να γνωρίσω φίλες, αγόρια. Οπότε, σταμάτησα να της σηκώνω τα τηλέφωνα. Κατάφερα να απενεργοποιήσω τα συναισθηματικά μου κομμάτια. Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απομακρυνόμουν και εκείνη τόσο περισσότερο με έπαιρνε τηλέφωνα και μου έστελνε μηνύματα.
Μια μέρα, συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Σας παρακαλώ όμως, θέλω να μείνει μεταξύ μας. Είναι έτσι , πιο προσωπικό, και φοβάμαι μήπως σκεφτείτε άσχημα πράγματα για'μένα. Τέλος πάντων, θα το πω.
Μια μέρα, έπιασα ένα ξυράφι. Χάραξα το δέρμα μου, στα χέρια. Συγγνώμη, αλήθεια, δε θέλω να σας φέρω σε δύσκολη θέση, αλλά συνέβη! Γιατί το έκανα;
Μπα, ούτε εγώ ξέρω. Ίσως να έφταιγε αυτή η απόσταση με τη μητέρα μου. Το ένοιωθα σαν ένα πελώριο τοίχος το οποίο σκλήρυνε και σκλήρυνε κάθε λεπτό..
Όταν γνώρισα την Αρετή, μου μιλούσε για την μητέρα της με μεγάλο θαυμασμό. Και άμα με ρωτούσε εμένα τι κάνουν οι δικοί μου, έβαζα τα κλάματα. Και'γω την θαύμαζα την μητέρα μου, ήταν καλός άνθρωπος,με αγαπούσε.. αλλά..με έπνιγε. Είχε τόσες απαιτήσεις από'μένα. Ποτέ της δεν ήταν καλά. Με χρειαζόταν. Και αυτό με πίεζε.
Ξέχασα να σας αναφέρω, πως η μητέρα μου, υπήρξε ανάπηρη σε όλη της την ζωή.






(παύση)




Τώρα με κοιτάτε έτσι, επειδή με κρίνετε ε; Πιστεύετε πως της φέρθηκα άδικα; Τι; Μήπως δεν έπρεπε και να φύγω; Αλήθεια, ξέρετε πως είναι να φροντίζετε μια βρωμο σακάτισσα απόταν θυμάστε να περπατάτε; Και ένα γαιδούρι, εξαφανισμένο. Να υπάρχει μονάχα με συμβουλές “Χριστίνα, να'χεις υπομονή. Η μητέρα σου σε χρειάζεται.” “Χριστίνα, σήμερα να μην πας στο σχολείο καλύτερα, πρέπει να πας την μητέρα σου για τις εξετάσεις της.” Χριστίνα το ένα, Χριστίνα το άλλο. Ένα αγόρι δεν είχα ποτέ μου που να με πάρει ο διαόλος.. Όλοι στο χωριό με γνώριζαν. Με λυπόντουσαν. Η καημένη η Χριστίνα..δεν έχει ζωή! Και άμα με βλέπανε στον δρόμο, άλλαζαν πεζοδρόμιο. Δεν θέλησαν καν να με ρωτήσουν τα τυπικά. Ξέραν πάντοτε τις απαντήσεις, που δεν ήθελαν να νοιώσουν και άβολα. Η μητέρα μου ποτέ της δεν καλυτέρευε. Ναι. Παράτησα την άρρωστη μάνα μου, μετακόμισα στο Ρέθυμνο, και διέκοψα επαφές μαζί της.
Ναι. Είμαι ένοχη. Ορίστε.



(πιο μεγάλη παύση)
Απ'όταν μετακόμισα, άλλαξε ο κόσμος μου. Είδα τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Κατάλαβα πως ήταν η μητέρα μου στη μια όχθη, και εγώ στην άλλη. Όπως είχε και αυτή τις δικές τις ανάγκες, έτσι είχα και'γω τις δικές μου. Η αλήθεια είναι, πως απλώς είχα κουραστεί, να βάζω εκείνη, πάνω από'μένα, και να την βάζουν και οι άλλοι. Ο πατέρας μου, οι γείτονες, δε με νοιάζει..είχα ανάγκη να βρω εμένα. Δε με κάνει καλύτερο άνθρωπο αυτό. Το ξέρω.
Τέλος πάντων. Ο χρόνος περνούσε, σαν ένα ξωτικό με μαγικές δυνάμεις, έβαζε λίγο λίγο νερό στο κρασί μου. Απέκτησα ασχολίες, διάβαζα, είχα και την Αρετή. Νομίζω, είχαν περάσει έξι μήνες απ'όταν είχα μιλήσει τελευταία φορά με την μητέρα μου.
Έτσι, πήγα στο Μεσολλόγι. Έπρεπε να την δω. Με το που μπήκα στο σπίτι, την είδα ξαπλωμένη στον καναπέ, να χασκογελάει μπροστά από την τηλεόραση. Έπινε μπύρες! Η γυναίκα που την πρόσεχε μάλλον είχε βγει. Δε με είχε πάρει είδηση πως μπήκα. Πήγα απλώς και έκατσα δίπλα της. Δε σταμάτησε να γελάει. Και τότε, άρχισα να γελάω και'γω! Και νομίζω πως ελάφρυνε η ψυχή μου, αλήθεια. Είχα βρει την μητέρα μου. Και η μητέρα μου είχε βρει την ίδια. Το κατάλαβα. Εκείνο το βράδυ δε μιλήσαμε καθόλου για τη σχέση μας. Μου είπε για την Μαρία, την γυναίκα που την φρόντιζε, για τον χρόνο που περνούσαν, και εγώ της είπα για το πανεπιστήμιο. Της μίλησα για τις ιστορίες μου. Μου θύμισε πως όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω η Γουέντι από τον Πίτερ Παν. Και κατά κάποιο τρόπο, τα κατάφερα. Ο τοίχος είχε σπάσει, και επιτέλους βλέπαμε καθαρά η μία την άλλην. Την θαυμάζω πολύ την μητέρα μου. Και αποφάσισα πως ποτέ μου δε θα σταματήσω να χαμογελάω. Όπως κάνει και εκείνη! Πάντα θα θυμάμαι το πως χασκογελούσαμε εκείνη τη μέρα.

Η σακάτισσα και η παραμυθού! 

(γελάει)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

πες τα